αντίκα


αντίκα
[андика] ουσ. Θ. антикварная вещь,

Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь). 2014.

Смотреть что такое "αντίκα" в других словарях:

  • αντίκα — η (λ. ιταλ.) 1. αρχαίο νόμισμα: Οργώνοντας το χωράφι του βρήκε κάμποσες αντίκες. 2. κάθε πράγμα αρχαίο, παλιό: Τις αντίκες τις φυλάνε στα μουσεία. 3. άνθρωπος ικανός, πολύπειρος: Σου είναι μια αντίκα αυτός που βλέπεις …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • αντίκα — η 1. αρχαίο νόμισμα 2. αρχαίο ή παλαιό αντικείμενο με καλλιτεχνική και εμπορική αξία 3. αυτός που έχει παλαιές ιδέες, πολύ συντηρητικός 4. ειρων. γυναίκα μεγάλης ηλικίας. [ΕΤΥΜΟΛ. < ιταλ. antica, θηλ. του επιθ. antico] …   Dictionary of Greek

  • ἀντικάοντα — ἀντικά̱οντα , ἀντί καίω kindle pres part act neut nom/voc/acc pl (attic) ἀντικά̱οντα , ἀντί καίω kindle pres part act masc acc sg (attic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • παιχνίδι — Οποιαδήποτε ελεύθερη έκφραση σωματικής ή ψυχικής ενέργειας, που δεν κατευθύνεται σε ωφελιμιστικούς σκοπούς, θεωρείται παιχνίδι. Με άλλη έννοια ο όρος περιλαμβάνει και το αντικείμενο με το οποίο παίζει κάποιος. Η ιδέα όμως του π. δεν είναι τόσο… …   Dictionary of Greek

  • προσανατολισμός — Πράξη και μέθοδος με τις οποίες επιδιώκεται κάθε φορά η ανεύρεση κατεύθυνσης αναφορικά με ένα ορισμένο σημείο, προκαθορισμένη θέση ή διεύθυνση. Ο π. αναζητείται και εφαρμόζεται σε ποικίλες περιπτώσεις, όπως, για παράδειγμα, στη διάταξη κτιρίων,… …   Dictionary of Greek

  • σακαράκα — η, Ν 1. παλιό και άχρηστο σπαθί 2. (με σκωπτική σημ.) κάθε παλιό και αχρηστευμένο αντικείμενο και ιδίως αυτοκίνητο ή μηχάνημα («στο ράλυ αντίκα παρέλασαν όλες οι σακαράκες»). [ΕΤΥΜΟΛ. Πιθ. < ιταλ. carcassa «σκελετός ζώου, στήριγμα οποιουδήποτε …   Dictionary of Greek

  • Αντονιάτσο, Ρομάνο — (Romano Antoniazzo, μέσα 15ου – αρχές 16ου αι.). Ιταλός ζωγράφος. Το πραγματικό του όνομα ήταν Αντόνιο Ακουίλι και η περίοδος της ακμής του εντοπίζεται μεταξύ 1461 1508 στο Λάτιο. Θεωρείται ο σημαντικότερος εκπρόσωπος της σχολής του Λάτιο τον 15o …   Dictionary of Greek

  • Ρωμηός — Έμμετρη σατιρική, εβδομαδιαία εφημερίδα, που ίδρυσε ο Γεώργιος Σουρής. Κυκλοφορούσε από το 1883 ως το 1919. Αρχικά ο Γ. Σουρής συνεργαζόταν στην σύνταξη της και με άλλους, αλλ’ αργότερα την έγραφε ολόκληρη μόνος του. Η εφημερίδα αυτή άσκησε… …   Dictionary of Greek

  • Ρωμύλος — I Άγιος της Αν. Ορθόδοξης Εκκλησίας. Ήταν αξιωματούχος επί Τραϊνού (97 117) και μεγάλος διώκτης του χριστιανισμού. Αργότερα όμως ασπάστηκε και ο ίδιος το χριστιανισμό και μαρτύρησε με αποκεφαλισμό. Η μνήμη του τιμάται την 6η Σεπτεμβρίου. II… …   Dictionary of Greek

  • antic — ANTÍC, Ă, antici, ce, adj., s.m. şi f. I. adj. 1. Care a existat în trecutul îndepărtat sau datează de atunci. ♦ Care aparţine popoarelor din antichitate sau este caracteristic diferitelor aspecte ale culturii sau ale civilizaţiei lor. 2. În… …   Dicționar Român